Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Πόσους νυχτερινούς ουρανούς έχω αδειάσει από το φεγγάρι τους;




Απέναντί μου στεκόταν ένας φωτισμένος γέροντας που, από μια σκήτη του Αγίου Όρους, είχε βρεθεί για λίγες ώρες στην Αθήνα  και επισκέφτηκε την οικία ενός παλιού του οικογενειακού του φίλου που είχε την υπέροχη ιδέα να καλέσει και εμένα εκείνο το μεσημέρι για να τον γνωρίσω.

Κάποιες στιγμές είναι πρόδηλο οτι κάποιος από την παρέα αυτών που κάθονται στο τραπέζι δεν «ανήκει» εκεί και έχει βρεθεί ανάμεσά μας κάνοντας υπακοή (όπως λένε οι Αγιορίτες) στο φίλο του. Του ζητήθηκε να παραβρεθεί σε ένα κοσμικό κύκλο που του είναι αδιάφορος αλλά επειδή δεν ήθελε να κακοκαρδίσει αυτόν που τον κάλεσε, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Ανάμεσα στους αληθινούς Αγιορίτες μοναχούς, υπάρχουν αυτοί που έχουν ρίξει οριστικά μαύρη πέτρα στα εγκόσμια και δεν κουνάνε ρούπι από το κελί τους. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, αυτοί που, κάπου-κάπου κατεβαίνουν στα αστικά κέντρα και συζητούν με ανθρώπους που διψούν για το λόγου Του που, κατά τεκμήριο, αυτοί οι μοναχοί γνωρίζουν καλύτερα.

Κάπως έτσι ήταν τα πράγματα εκείνη τη μέρα και συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά πόσο ενοχλητικοί και επιφανειακοί μπορούμε να γίνουμε εμείς τα παιδιά της πόλης όταν συζητάμε με αυτούς τους ανθρώπους. Χειρόιτεροι δε όλων (κι εγώ μέσα σε αυτούς ο χειρότερους) όσοι έχουν “πάρει οσμή” από το Όρος και φτάνουν στο σημείο να μιλάνε σε αυτούς τους άγιους ανθρώπους σα να είναι φιλαράκια.

Επειδή έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι την αξία της σιωπής (για την ακρίβεια, πόσο απαραίτητο είναι μερικές φορές να βγάζεις το σκασμό και να ακούς...), εκείνο το μεσημέρι απέφυγα στην αρχή την επίθεση θρησκευτικής αγάπης στο γέροντα που βρέθηκε για λίγο ανάμεσά μας. Δε του μίλησα στην αρχή για τις εμπειρίες από τις πολυετείς επισκέψεις μου «εκεί Ψηλά», ούτε για την περιπέτεια της ιεραποστολής στο Κογκό που βρίσκεται υπό την αιγίδα μιας αγιορίτικης μονής. Βέβαια ομολογώ οτι η περίσκεψη και ο σκασμός μου δεν κράτησε πολύ, κάποια στιγμή ο ματαιόδοξος εαυτός μου πήρε τον έλεγχο και άρχισε να μιλά.

Δύο πράγματα έχω καταλάβει μετά από τόσα χρόνια που περιφέρομαι σε αυτόν τον κόσμο: πρώτον δεν εντυπωσιάζεις ποτέ έναν άγιο άνθρωπο κάνοντας επίδειξη της δικής σου αγιοσύνης (!!!!) και δεύτερον μια γυναίκα μιλώντας της για το πόσο άγριο νιάτο ήσουν, πόσο αγέρωχος και επαναστάτης, πόσο έντονα έχεις ζήσει τη ζωή σου γιατί της δίνεις τροφή να καταλάβει πόσο παπάρας είσαι.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνη τη μέρα μας ζήτησε ο γέροντας να μοιραστούμε απορίες και ανησυχίες μας, χωρίς φυσικά να δηλώνει έτοιμος και ικανός να δώσει απαντήσεις! Είπε σεμνά οτι θα προσπαθήσει να λύσει τις απορίες μας...

Τον ρώτησα κάτι που με απασχολεί εδώ και πολλά χρόνια και, αν και στριφογύριζε μέσα μου, δεν  είχα μπορέσει μέχρι εκείνη την ώρα να το καταθέσω ξεκάθαρα ως κάτι που με απασχολούσε: 

Γιατί, ενώ έχω τόση αγάπη μέσα μου για τους δικούς μου ανθρώπους (με πρώτη καλύτερη την Ισιδώρα μου), μιλάω περισσότερο με θέρμη για την Αναστασία από το Κογκό, το κορίτσι που βάφτισα στο Kolwezi προς τιμήν της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, παρά για αυτούς;

Ο γέροντας έμεινε σιωπηλός σκεπτόμενος για ένα λεπτό: δεν επρόκειτο να μου απαντήσει με ένα από τα «ευκολάκια» που πολλοί έχουν έτοιμο για χρήση στην καθημερινή τους ζωή. Η απάντησή του ήταν σύντομη σε λέξεις, αλλά πιό πλούσια απ’ ότι θα μπορούσα να ελπίσω:

Γιατί εκεί έχεις βραβείο (όταν μιλάω για την Αναστασία).

Βραβείο; Are you talking to me;

Κούνησα το κεφάλι σα να είχα καταλάβει απόλυτα τί εννοούσε και, λίγο αργότερα, τον αποχαιρετούσα με ένα χαμόγελο αμηχανίας.

Η απάντησή του όμως είχε χαραχθεί μέσα και λίγο αργότερα άρχισε να αναβλύζει η ουσία της μέσα μου σα δροσερό νερό μια καυτή μέρα του καλοκαιριού.

Βραβείο; Ααααααααα, τώρα κατάλαβα: μιλάμε για ρούμπους και ποντάκια για το εγχείρημα του Κογκό. Η Αναστασία δεν είναι εδώ για να μοιραστεί μαζί μας στο τραπέζι τη δραματική εμπειρία της, όταν ένας άγριος άσπρος τη βάσάνισε, βουλιάζοντά την στο νερό. Κι έτσι εγώ μπορώ να δρέπω καρπούς δόξας χωρίς κανείς να μπορεί να αμφιβάλλει. Αλλά το βραβείο, βραβείο!

Ενώ η άλλη γυναίκα, είναι -δια νόμου!- πάντα εκεί χωρίς να φωνασκεί και να διεκδικεί και χωρίς προσφέρει βραβείο.

Και τότε ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του Italo Calvino:
Κανείς ποτέ δεν κοιτάζει
το απογευματινό φεγγάρι,
κι όμως αυτή είναι η στιγμή
που έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη
του ενδιαφέροντος μας,
αφού η ίδια του η ύπαρξη
δεν είναι ακόμα βέβαιη.


Αναρωτιέμαι: πόσους νυχτερινούς ουρανούς έχω αδειάσει από το φεγγάρι τους;  Και πόσα πολύτιμα φεγγάρια έχω χάσει από ματαιοδοξία...

Δεν υπάρχουν σχόλια: