Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Επανιδρύοντας την αλήθεια της ζωής μετά τις διακοπές



Σήμερα ήταν η τελευταία ημέρα στο γραφείο προ των θερινών διακοπών. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, σκέφτομαι καταρχήν να κάνω αυτό ακριβώς που υπαινίσσεται η λέξη “διακοπές”: να διακόψω.

Οι επίπλαστες αποδράσεις συνήθως τελειώνουν βίαια με την επαναφορά στον πρότερο βίο προ των διακοπών. Γι αυτό το λόγο, τις αποφεύγω. Δεν είμαι σίγουρος τί είναι καλύτερο: να ξεκινήσεις επανιδρύοντας την καθημερινότητα (και μέσω αυτής την αλήθεια της ζωής) με τον κίνδυνο να διαπιστώσεις οτι οι δυσκολίες εισέρχονται σαν παλλακίδες που αποκτούν δικαιώματα στη ζωή σου ή να συνειδητοποιήσεις με ελαφριά καρδιά οτι τα πράγματα βρίσκονται εκεί ακριβώς που τα άφησες πριν φύγεις και τίποτα δεν άλλαξε;

Μετά από σκέψη, επιλέγω την πρώτη κουρτίνα γιατί έχω πάντα την ελπίδα οτι μια διακοπή από την καθημερινότητα μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική ανάνηψη και να επιτρέψει σε νηφάλιες σκέψεις να με βοηθήσουν στην επανίδρυση μιας καλύτερης αλήθειας της ζωής από αυτήν που είχα διαπιστώσει διακόπτοντας. Ποτέ δεν ξεχνώ τα λόγια του αγαπημένου μου Aldous Huxley: Η αλήθεια είναι σημαντική, αλλά από πρακτική σκοπιά η σιωπή γύρω από την αλήθεια είναι σημαντικότερη. Εν κατακλείδι, αποχωρώντας για τις διακοπές δεν αρνούμαι τη διαπιστωμένη αλήθεια, αλλά σιωπώ, την ξεχνώ και την επανακαλύπτω, ελπίζοντας οτι στην επανίδρυσή της θα εμφορούμαι από πιο θετικά συναισθήματα.

Βλέπω πίσω στο κείμενο οτι χρησιμοποίησα την έκφραση “επανίδρυση της αλήθειαςτης ζωής”. Καλό μου ακούγεται: επανιδρύω την αλήθεια της ζωής σαν να πρόκειται για αποικία (μόνο που αυτή η αποικία είναι συναισθηματική), χρησιμοποιώντας τα ίδια συστατικά που ανέκαθεν είχα στη διάθεσή μου αλλά τώρα υπάρχει η ελπίδα να αλλάξει η χρήση τους και να προκύψει κάτι διαφορετικό σαν αλήθεια της ζωής.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Γιατί δεν είμαι μποέμ (bohème)


Την προηγούμενη Κυριακή, ένας φίλος με το οποίο είχα μια πνευματική συζήτηση με μεταφυσική διάθεση, με αποκάλεσε –θέλοντας μάλλον να με καλοκαρδίσει!-  “μποέμ”. Αυτός μπορεί να μην ήξερε τί ακριβώς μου έλεγε. Τώρα που πέρασε λίγος καιρός από την προσφώνηση, σκέφτομαι οτι μπορεί και εγώ να μην ήξερα τί άκουγα.


Σύμφωνα με το Μείζον Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη, στο λήμμα «μποέμ» παρατίθενται τα εξής:


μποέμ: (ο) άκλ. ουσ.  ο αδιάφορος ή αδύναμος να φροντίσει για το αύριο: ωστόσο του άρεσε να ζει αμέριμνα τη ζωή ενός πλούσιου μποέμ (Γ. Σεφέρης) | (ειδ.) καλλιτέχνης ή λόγιος που ζει φτωχικά αλλά ξένοιαστα.


Αναλύοντας αυτό, δε με βρήκα πουθενά! Ούτε αδιάφορος είμαι για το αύριο, ούτε αδύναμος να φροντίσω την οικογένειά μου κι εμένα τον ίδιο γι αυτό. Επίσης ούτε καλλιτέχνης είμαι, ούτε λόγιος, αν και αυτό το τελευταίο ίσως θα το ήθελα. Κι ούτε φτωχικά ζω (αν και αυτό μπορεί να μου έκανε καλό) και σε καμμία περίπτωση ξέγνοιαστα: Είμαι διαρκώς αγχωμένος με κάθε τι που στροβυλίζει στο μυαλό ενός νεο-έλληνα αυτήν την εποχή. Τελικά, αυτός ο ορισμός του «μποέμ» περιγράφει έναν άλλον άνθρωπο, όχι εμένα, νομίζω. 


Και η ανάλυση συνεχίζεται με κάποιες γενικές διαπιστώσεις: 


   Το ότι μπορούμε να θεωρηθούμε μποέμ σε σχέση με άλλους γνωστούς και άγνωστους, δε σημαίνει σε καμμία περίπτωση ότι θα μπορούσαμε να γίνουμε αποδεκτοί από τον κύκλο των αληθινών μποέμ που απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, ούτως ή άλλως απέχουν από κάθε είδους αναλύσεις για την κάστα τους και απεχθάνονται την ένταξή τους σε πολιτιστικούς κύκλους, καλλιτεχνικές ομάδες, κοινωνικά clubs με πνευματικές ανησυχίες, κ.ά.

    Οι άνθρωποι που μου αποδίδουν τον όρο μποέμ με διάθεση να με ευχαριστήσουν (να με προσβάλλουν, δε νομίζω), πιθανότατα έχουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα ο ένας από τον άλλο για αυτό που μου αποδίδουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις διαφορετική από αυτό που στην πραγματικότητα σημαίνει η λέξη. 
   
    Το γεγονός οτι μου αποδίδεται ένας γαλλικός όρος που, σε πρώτη σκέψη, φέρνει στο μυαλό μας την εικόνα μιας καλλιτεχνικής, ιδιόρρυθμης, αφηρημένης προσωπικότητας, που δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα εγκόσμια, δε σημαίνει οτι πρέπει να θεωρήσω αυτή την προσφώνηση κατ’ ανάγκη κολακευτική.

 Ωστόσο, εξακολουθώ ανελλιπώς από το 1975 να λατρεύω το Bohemian Rhapsody των Queen, αν και τους ίδιους τους έχω αποκηρύξει.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Η εκδίκηση του φλώρου: iphones, ipads, άι πνίξου!



Βλέπω τριγύρω όλο και λιγότερους ανθρώπους με βλέμμα που λάμπει. Ίσως οι οθόνες των υπολογιστών και των ipads να σβήνουν τις ανθρώπινες ορμές. Τη μόνη ορμή που τη βλέπω ακόμη ενεργή, είναι η «ορμή θανάτου», του ενστίκτου που επιδιώκει την καταστροφή του ίδιου μας του εαυτού: ευχαριστώ Ζίγκμουντ, αυτό έψαχνα. Με λυπεί η αποδοχή του “θλιβερού μοιραίου”, του άδικου αλλά αναπότρεπτου προδιαγεγραμμένου μέλλοντος για το οποίο δε φταίμε εμείς, αλλά οι άλλοι: αν βρώ μπροστά μου έναν από τους “άλλους” που μας έφεραν σε αυτό το σημείο, δε θα τον χτυπήσω αλλά θα κάνω κάτι ακόμα χειρότερο, θα τον προσβάλλω βάναυσα:

Καθ’ όλην την διάρκεια του βίου σας, κύριε, θα του πω με υποτιμητικό ύφος, σας διέκρινε μια αβελτηρία! (δε θα χρησιμοποιήσω τη λέξη “αφροσύνη” γιατί δε θέλω να καταλάβει σε τί αναφέρομαι... νομίζω οτι με αυτόν τον τρόπο, η προσβολή μου θα είναι ακόμη πιο σκληρή!). Δεν επιδέχεστε βελτίωση, στην περίπτωσή σας, the only way is down...

Τότε πια θα καταλάβει τί εννοώ και θα αισθανθεί πολύ άσχημα. Και μετά, θα του δώσω το τελειωτικό χτύπημα: θα του γυρίσω την πλάτη και θα απομακρυνθώ. Σύξυλος θα μείνει, είμαι σίγουρος, το βράδυ δε θα μπορέσει να κοιμηθεί μετά από αυτό.

Κι εγώ, μη νομίσετε, θα πάω να κλειστώ στο σπίτι για να δω από την αρχή όλα τα επεισόδια του «Επιζήσαντος» που, για λόγους αρχής, αρνήθηκα με αγένεια να παρακολουθήσω όλο αυτό το διάστημα. Συνειδητοποίησα ότι αυτή η σειρά είναι βγαλμένη από την καθημερινότητα και μας γεννά ιδέες για τη διαχείριση των δυσκολιών της ζωής μας και ήταν λάθος που έθεσα εαυτόν στο 10% που αρνήθηκε να την παρακολουθήσει.  
 
Μόνο που θα ήθελα να παρακαλέσω κάτι τον διαχειριστή των αεροψεκασμών:

Κύριε ψεκαστά, μπορούμε να αλλάξουμε το χαρμάνι για να ανάψουν λίγο τα αίματα;