Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Έξοδος από την κατήφεια του σύγχρονου ανθρώπου κλείνοντας το μάτι στην ιστορία…



 


 
Βρέθηκα στη Βαρβάκειο αγορά και παρατηρούσα τον κόσμο από τη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου της συζύγου μου που είχε πεταχτεί με τον πρωτότοκο υιό μου σε κάποια καταστήματα της περιοχής για τα “αναγκαία ψώνια των ημερών”. Χάζευα τους διερχόμενους που βιαστικά διεκπεραίωναν τις εργασίες τους (αν ήταν επαγγελματίες) και νωχελικά περπατούσαν παρατηρώντας τις βιτρίνες των καταστημάτων (αν ήταν επισκέπτες της αγοράς): ένας άλλος μακρινός κόσμος, πέντε λεπτά μακριά από τα συνήθη μέρη που επισκέπτομαι συνήθως στο κέντρο της Αθήνας, ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου.



Με τη φωτογραφική μηχανή του κινητού μου, επιδόθηκα σε λήψεις χαρακτηριστικών πλάνων με στόχο μέσα από λίγα, απλά καθημερινά τοπία της ζωής ολόγυρα, να συλλάβω εικόνες που θα έβγαζαν από την κατήφεια ένα σύγχρονο άνθρωπο, που να αφήνουν μια ανεξήγητη ελπίδα να αναδυθεί.

Για λόγους προφανείς απέφυγα στα πλάνα να κυνηγήσω μορφές των σκληρά εργαζομένων ανθρώπων -ελλήνων και ξένων- του καθημερινού μόχθου. Κάτι τέτοιο θα ήταν απρεπές.

Φεύγοντας, έκανα και μια φωτογραφία των Αγίων Θεοδώρων επί των οδών Ευριπίδου και Σκουλενίου που αποτελεί το σημαντικότερο βυζαντινό μνημείο της πόλεως των Αθηνών. Η ανέγερσή του χρονολογείται στα μέσα του 11ου αιώνα μ.Χ. και έχει μεγάλη αξία για εμένα για πολλούς λόγους: εκεί παντρεύτηκαν το 1961 οι γονείς μου, εκεί βαφτίστηκα  εγώ κάπου το 1963 και εκεί πέρασα τα ξέφρενα φοιτητικά μου χρόνια την περίοδο 1981-1985 στον 4ο όροφο και το δώμα της ταράτσας μια πολυκατοικίας στην οδό Σκουλενίου, που κατασκεύασε ο παππούς μου το1935 όταν επέστρεψε οριστικά από το Παρίσι όπου είχε καταφύγει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. 

Είμαι σίγουρος ότι για περισσότερη από μια ώρα καθόμουν στη θέση του συνοδηγού με ένα ανεξήγητο -για τους άλλους- χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Και τώρα που ξαναβλέπω τις φωτογραφίες, διακρίνω πίσω από τη μελαγχολία ένα ξεκάθαρο κύμα φωτός που τις αγκαλιάζει…






Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Σκέψεις που διαρκούν λιγότερο από τις στιγμές της αποκάλυψης της αλήθειας



Έχω παρατηρήσει οτι, όταν κλείνουν τα πομπώδη μέτωπα του δούναι και λαβείν άχρηστων επαίνων, ανοίγουν διάπλατα οι πόρτες της ησυχίας και γινόμαστε δεκτικοί σε φωνές που είχαμε απορρίψει. Με ανακούφιση βλέπω να πέφτουν ένα-ένα τα κάστρα της ματαιοδοξίας από την εποχή που η αυτοκρατορία του Τίποτα μεσουρανούσε. Το νεύμα της συγκατάβασης δεν οφείλεται πλέον σε αποδοχή της γήινης ήττας, αλλά σε αναγνώριση των ορίων της αληθινής  ζωής. Διακρίνουμε πλέον τα πρόσωπα που αντιστοιχούν στις σιλουέτες που περιφέρονταν γύρω μας και τόσα χρόνια δεν τους δίναμε σημασία: είναι χαμογελαστές μορφές από βασανισμένα άτομα που ευτύχησαν να δοκιμαστούν για να καθαρθούν και τώρα βιάζονται να μοιραστούν την χαρά της αποκάλυψης μαζί μας. Ο θεαματικός αποτροπιασμός έχει υποχωρίσει ταπεινωμένος, το ίδιο και η ωραία αυτή φρίκη που αναφέρει ο ποιητής Θανάσης Άνθιμος. Καταλάβαμε τη ματαιότητα του εγχειρήματος να φυλακίσουμε το νερό του ωκεανού στις χούφτες μας. Οι ονειρόπλαστοι άγγελοι που τόσον καιρό μας απέφευγαν, πλησιάζουν τώρα δειλά και οι έσχατες γνώσεις ίσως δεν αργήσουν να μας αποκαλυφθούν. Τα χρέη εξοφλούνται λυτρωτικά χωρίς να μας πνίγουν. Οι ανεξιχνίαστες κραυγές αρχίζουν πια να βγάζουν νόημα. Οι απερίσκεπτοι ήρωες μαζεύουν τα όπλα τους και μεταφέρονται στα διπλανά πεδία για να δώσουν τη μάχη τους: εμείς δεν τους έχουμε πια ανάγκη.

Οι διαπιστώσεις μου δεν είναι εσχατολογικές, ούτε σκοτεινές. Ούτε η μοιρασιά τους είναι απερίσκεπτη, ήθελα απλώς να μοιραστώ χωρίς τύψεις τις -ακατανόητες σε ορισμένους ίσως αλλά, σε κάθε περίπτωση, ανακουφιστικές- εικόνες που εμφανίστηκαν σα διάττοντες αστέρες και λίγο αργότερα εξαφανίστηκαν με αξιοπρέπεια.

Λόγια μετρημένα και προσεκτικά, διατυπωμένα σε άμετρο (αλλά όχι αμετροεπή) λόγο.




Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Ο πιεσμένος άνθρωπος της σημερινής κοινωνίας βγάζει βόλτα τον ιπποπόταμό του στο πάρκο για να ξεφύγει από τη σκληρή καθημερινότητα



Κουρασμένος από τις συνεχείς περιόδους ανησυχητικής νηνεμίας βγάζει μια βόλτα στο πάρκο τον αγαπημένο του ιπποπόταμο για να ξεφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα. Το έχει ανάγκη, αυτή η μικρή βόλτα με τον πιστό του φίλο τον αναπαύει. Ιδιαίτερα τώρα που έχει καταναλώσει όλα τα αποθέματα συναισθηματικού ήλιου που είχε στοκάρει για τις σκοτεινές μέρες του χειμώνα. Αμετανόητα ταπεινωμένος από το βίο συνεχίζει την πορεία του στο πάρκο χωρίς να δίνει σημασία σε αυτούς που τον συμβουλεύουν να βάλει κρασί στο νερό του. Πίσω από τον νεόπλουτο χαρακτήρα που καλλιέργησε τα τελευταία χρόνια, κρύβεται ένας πολύ ήσυχος και ταπεινός άνθρωπος που δε θέλει φώτα και φωνασκίες. Κοιτάζει τον πιστό του φίλο που περπατά δίπλα του στο πάρκο και νοιώθει οτι ακόμα και αυτός, πίσω από το σβηστό ύφος του βοδιού που φοράει στο βλέμμα του αν και είναι ιπποπόταμος, είναι εντελώς αποκαρδιωμένος από τις φρούδες ελπίδες που του έδωσαν οι πολιτικοί. Η ξύλινη ευτυχία των τελευταίων ετών τον πνίγει και στην προσπάθειά του να ξεχάσει τη θλιβερή κατάσταση φέρνει στο μυαλό του την αγαπημένη του ταινία, μια πολύ γλυκειά ταινία που δε θα ξεχάσει ποτέ: Το μπάντζο του δεκανέα Μπορέλι... κάπως έτσι λεγόταν, δε θυμάται ακριβώς.

Κοιτάζει τον (ιπποπόταμο) φίλο του και τον χαϊδεύει τρυφερά στο μέτωπο: η ελπίδα δεν έχει χαθεί ακόμα...