Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Ένα κουρέλι αναρωτιέται πού πηγαίνει η κοινωνία



Ανυποψίαστοι, προχωρούσαν χαμογελαστοί σε μια ατραπό που κανείς δε γνώριζε πού οδηγούσε. Αλλά πάλι, κανείς εκείνη την ώρα δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τί τους περίμενε στο τέλος του μονοπατιού. Με βαθειά αίσθηση ενός αδιευκρίνιστου σκοπού, προχωρούσαν αποφασιστικά, χωρίς να έχουν δει ακόμη το ικρίωμα (*) που, από στιγμή σε στιγμή θα πρόβαλε μπροστά τους.
Και τότε, μέσα στην απόλυτη ησυχία που επέβαλε η κρισιμότητα των στιγμών, ακούστηκε μια υπόκωφη φωνή βγαλμένη από άλλους κόσμους:

Μα, πού πηγαίνουμε; Πού;

Όλοι γύρισαν ενοχλημένοι  προς τη μεριά απ’ όπου ακούστηκε αυτή η φωνή: Ποιός ήταν αυτός που είχε εκστομίσει αυτές τις ακατονόμαστες και αιρετικές λέξεις;
Δεν άξιζε το βλέμμα τους, ένα ασήμαντο ανθρωπάκι ήταν με πρόσωπο ανέκφραστο και άδειο. Τον έσπρωξαν μακριά με προκηλακισμούς: πώς είχε τολμήσει να βρεθεί ένας τέτοιος άνθρωπος ανάμεσά τους;
Χάθηκε ο δυστυχής στη φασαρία και κανείς δεν τον ξαναείδε....

Πολλά χρόνια αργότερα και ενώ η πορεία συνεχιζόταν –με αισθητά μειωμένη αποφασιστικότητα, είναι αλήθεια- μια άλλη φωνή ακούστηκε ανάμεσα στο πλήθος:

Είδε κανένας μας εκείνο τον καλό άνθρωπο που μας ρωτούσε πού πηγαίνουμε;

Αυτά είναι τα γυρίσματα της ζωής, το κουρέλι που κλωτσούσαν τότε, είχε γίνει τώρα ένας καλός άνθρωπος που αναρωτιόταν πού πήγαινε η κοινωνία!

(*) Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων. Από το ποίημα Ενέδρα του σπουδαίου Τάσου Λειβαδίτη (Νυχτερινός Επισκέπτης, 1972).

Δεν υπάρχουν σχόλια: