Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Μια αποτυχημένη συνέντευξη



Διάλογοι μέσα στο χρόνο

Συζητήσεις που ίσως δεν έγιναν ποτέ αλλά κι αν έγιναν, ποτέ δε θα το μάθουμε σε αυτήν τη ζωή, ανάμεσα σε ανθρώπους που ο άνεμος του χρόνου φύσηξε σε διαφορετικές κατευθύνσεις γι αυτούς.

 

Διάλογος 1: Μια αποτυχημένη συνέντευξη


Η ανεργία κτυπάει στην υγεία, λένε. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια αλλά δεν είναι παρά ένα μέρος της. Η πλήρης αλήθεια είναι ότι η ανεργία χτυπάει πρώτα στην καρδιά, το μυαλό και μετά κατεβαίνει στην τσέπη. Το σώμα, ακολουθεί τελευταίο...

Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνυπάρχουν σ’ ένα κοκτέιλ πόνου και τελικά κανείς δε μπορεί να ξεχωρίσει ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος.

Ο Ανέστης ανήκε στη κατηγορία του άτυχου εργατικού δυναμικού που είχε βρεθεί χωρίς δουλειά σε μια κρίσιμη περίοδο της ζωής του: στ’ αλήθεια, σε μια εποχή που η εξοικείωση με τον υπολογιστή είχε αντικαταστήσει απόλυτα όλες τις παραδοσιακές επικοινωνιακές αρετές, ένας ατάλαντος εξηντάρης δεν είχε καμία ελπίδα να επιβιώσει στα νέες συνθήκες της αγοράς ώστε να μπορέσει να συμπληρώσει τα ένσημα για τη σύνταξή του.

Γνωστοί-άγνωστοι συνάδελφοι από την εταιρεία, βρέθηκαν κοντά του σε μια πένθιμη τελετή γεμάτη γέλια για τον κατευοδώσουν μετά βαΐων και κλάδων και να του ευχηθούν καλή επιτυχία στη νέα του ζωή... ως άνεργου, άραγε;

Και μέσα σε όλα αυτά, η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε...

Όταν καταλάγιασε ο θόρυβος από τις αποχαιρετιστήριες εκδηλώσεις στην εταιρεία του, ο Ανέστης άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ο εργοδότης του, δεν του είχε φερθεί καθόλου καλά. Ήταν όμως υπερβολικά καλόπιστος για να το παραδεχτεί αυτό κι έτσι προτιμούσε να πνίγει βαθιά μέσα του τα όποια αρνητικά συναισθήματα είχε γι αυτήν την υπόθεση.

Ήταν σα να είχαν οργανώσει μια μεγάλη πανηγυρική δεξίωση προς τιμήν του στη μέση του ωκεανού και μετά, όλοι έφυγαν με τα σύγχρονα σκάφη τους και τον άφησαν σ΄ ένα έρημο νησάκι στη μέση του πουθενά. Κι όσο απομακρύνονταν από το νησί μετά τη γιορτή, του κουνούσαν τα χέρια αποχαιρετώντας τον και στέλνοντάς του ευχές για τη συνέχεια της ζωής του. Και μέσα στην παραζάλη της γιορτής, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να αναρωτηθεί πώς το τιμώμενο πρόσωπο θα ξέφευγε από τη μέση του ωκεανού όπου τον είχαν μεταφέρει για την εκδήλωση.

Είχε συμπληρώσει περίπου έναν χρόνο «άνεργος» (τι αδιάφορη που ακούγεται αυτή η λέξη όταν αναφέρεται σε έναν τρίτο αλλά και πόσο σκληρή όταν πρόκειται για τον εαυτό του!) και περίπου δύο μήνες που είχε χάσει τις ελπίδες του ότι θα ξανάβρισκε δουλειά.

Παιδιά, σκυλιά δεν είχε, κι έτσι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο μπορούσε να ανοίξει την καρδιά του για να συζητήσουν για το μέλλον του, ήταν ο εαυτός του. Δεν το έκανε όμως αυτό γιατί αυτή η προοπτική του φαινόταν ιδιαίτερα βαρετή!

Κάπου είχε διαβάσει για μια εταιρεία που εύρισκε εργασία σε άτομα της ηλικίας του που είχαν μείνει άνεργα. Αυτή η εταιρεία του φαινόταν σαν η μόνη λύση, θα έπρεπε να τους στείλει ένα «κουριβίτεμ» (κάπως έτσι του το είχαν πει), να γράψει δηλαδή σ’ ένα κομμάτι χαρτί τις σπουδές του (ποιες σπουδές;), τις ικανότητές του και την εργασιακή του εμπειρία. Πόσο φτωχό και βαρετό θα ήταν αυτό το βιογραφικό σημείωμα!

Ο καλύτερος τρόπος να απωθήσει κανείς μια ενέργεια που του δημιουργεί αμηχανία είναι να την εντάξει στον μακρόπνοο προγραμματισμό του. Έτσι έκανε κι ο Ανέστης με την αποστολή αυτού του σημειώματος στην εταιρεία εύρεσης εργασίας: προτιμούσε να έχει στο μυαλό αυτήν την πιθανότητα σαν ηλιαχτίδα ελπίδας παρά να κλείσει βίαια αυτό το παραθυράκι μόλις οι άνθρωποι της εταιρίας θα έβλεπαν τις ικανότητές του!

Και μέσα σε όλα αυτά, η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε...



Ο ήχος του τηλεφώνου διέκοψε τη μίζερη αναμονή ενός μουντού μέλλοντος. Περίεργο, από την ώρα που «αποχώρησε» από την εταιρεία, ποτέ κανείς δεν του είχε τηλεφωνήσει. Ούτε εξάλλου και όσο καιρό εργαζόταν...

- Ο κύριος Πολυχρονίου;

Μια άγνωστη φωνή που γνώριζε το όνομά του και ήθελε να του μιλήσει.

- Ο ίδιος. Ποιος τον ζητεί;

- Ονομάζομαι Θάν..ος ........... (το όνομά του δεν ακούστηκε καθαρά). Θα ήθελα μια συνάντηση μαζί σας, μπορεί να μην αντιλαμβάνεστε ακριβώς τι εννοώ αυτήν την ώρα αλλά είμαι σίγουρος ότι όταν μιλήσουμε θα με καταλάβετε και μάλιστα θα νοιώσετε ανακουφισμένος. Μπορώ να περάσω από το σπίτι σας σήμερα το απόγευμα για μια συνέντευξη;

- Μα ξέρετε πού μένω;

- Μην ανησυχείτε, θα το βρω. Έχουμε πλήρες αρχείο διευθύνσεων. Λοιπόν, θα τα πούμε σήμερα το απόγευμα στις έξι.

Ο Ανέστης έκλεισε το τηλέφωνο. Μια ελπίδα άρχισε να σιγοκαίει μέσα του. Συνέντευξη, έτσι δεν το είχε πει ο άγνωστος που του τηλεφώνησε;

Μάλλον για δουλειά τον ήθελαν, το «κουριβίτεμ» είχε πιάσει τόπο! Τι σου κάνουν οι εταιρίες ανεύρεσης εργασίας τη σημερινή εποχή!

Την ώρα που σηκώθηκε να πάει να φτιάξει τον απογευματινό καφέ του, μια σκέψη πάγωσε την κίνησή του:

Δεν είχε προλάβει να στείλει το βιογραφικό του!!!



Ο Ανέστης λαγοκοιμόταν στον καναπέ του μικρού του διαμερίσματος όταν άκουσε έναν χτύπο στην πόρτα. Μάζεψε πρόχειρα τις εφημερίδες που ήταν πεταμένες στο πάτωμα, τακτοποίησε το τσαλακωμένο του σακάκι (μα ναι, είχε ήδη φορέσει το σακάκι από το μεσημέρι για να είναι έτοιμος για τη συνέντευξη, απλώς δεν είχα φανταστεί ότι θα τον έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ, με αποτέλεσμα να τσαλακωθεί το σακάκι του) και προχώρησε αποφασιστικά προς την πόρτα.

Την ώρα που άνοιγε κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο: ήταν ακριβώς έξι.

Ο νεαρός άνδρας που βρισκόταν στην είσοδο αιφνιδιάστηκε. Το χέρι του έμεινε κρεμασμένο στο κουδούνι, έδειχνε σα να μην είχε προλάβει να χτυπήσει.

- Με προλάβατε, είπε στον Ανέστη.

- Μα, εσείς χτυπήσατε την πόρτα!

- Όχι, όχι, δεν πρόλαβα να χτυπήσω... και ξαφνικά προβάλατε εσείς.

- Σας τρόμαξα; Αν σας τρόμαξα, να με συγχωρείτε πολύ, είπε ο Ανέστης που δεν θα ήθελε να ξεκινήσει μια τόσο σημαντική συνάντηση για την επαγγελματική του αποκατάσταση με μια παρεξήγηση.

- Όχι, δεν με τρομάξατε, απλώς με αιφνιδιάσατε.

Ο νεαρός επισκέπτης έδειχνε κάπως αμήχανος. Είχε, προφανώς, συνηθίσει να έχει αυτός τον πρώτο λόγο στις συνεντεύξεις του και οι μέχρι εκείνη την ώρα εξελίξεις τον έκαναν να αισθάνεται κάπως μειονεκτικά.

- Θα μπορούσα να περάσω ή μήπως θέλετε να συζητήσουμε στην πόρτα, όρθιοι;

- Μα βέβαια, έχετε δίκιο, σας έχω τόση ώρα στην πόρτα χωρίς να σας ζητήσω να περάσετε... αν είναι ποτέ δυνατόν!!!

Ο Ανέστης έπιασε το κεφάλι του και κοίταξε προς τον ουρανό. Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό; Ο επισκέπτης του θα μπορούσε να τον θεωρήσει αφιλόξενο, κι αυτό ασφαλώς θα είχε δραματικές επιπτώσεις στην καριέρα του... ή μήπως βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα, στο κάτω-κάτω ο επισκέπτης δεν του είχε πει ακόμα για τι είδους δουλειά επρόκειτο... ούτε καν αν επρόκειτο για δουλειά, αλλά βέβαια, για ποιον άλλο λόγο θα μπορούσε να έχει έρθει σπίτι του αυτός ο καλοντυμένος ευγενικός νεαρός άντρας;

- Τελικά, να περάσω;

Ο νεαρός είχα αρχίσει να εκνευρίζεται. Χωρίς να περιμένει απάντηση προχώρησε προς το εσωτερικό του διαμερίσματος και κατευθύνθηκε προς τον καναπέ.

- Είναι λίγο ακατάστατα, δικαιολογήθηκε ο Ανέστης, γιατί ενώ σας περίμενα με πήρε ο ύπνος. Και να πει κανείς ότι δεν κοιμάμαι αρκετά, θα το καταλάβαινα, αλλά όλη την μέρα δεν κάνω και τίποτα άλλο!

- Πέστε μου, τον διέκοψε ο επισκέπτης, είστε εξήντα δύο ετών, έτσι δεν είναι;

- Εξήντα ένα είμαι. Δηλαδή, τώρα που το σκέφτομαι, εξήντα ένα και μισό, τον άλλο μήνα έχω γενέθλια και κλείνω τα εξήντα δύο. Δηλαδή θα μπορούσατε να πείτε ότι είμαι εξήντα δύο, έχετε δίκιο...

Ο νεαρός άρχισε να παρουσιάζει δείγματα εκνευρισμού. Το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει και τα μάτια ήταν έτοιμα να βγάλουν φωτιές.

- Σας βλέπω ανήσυχο, του είπε με πατρικό ύφος ο Ανέστης. Γιατί; Οι νέοι άνθρωποι δεν πρέπει να εκνευρίζονται, κάνει κακό στην υγεία τους. Και ξέρετε, θα το καταλάβετε αργότερα πόσο κακό κάνετε στην υγεία σας, όχι τώρα που είστε νέος.

- Δεν είμαι νέος, είπε με βαθιά φωνή ο επισκέπτης. Μπορεί να σας φαίνομαι νέος, αλλά κάθε άλλο παρά νέος είμαι...

- Είστε και παραείστε! Να μου επιτρέψετε σε αυτό το σημείο να είμαι κάπως αυστηρός. Αλήθεια, να σας προσφέρω κάτι; Έχω πολύ ωραίο γλυκό βύσσινο, του είπε ενώ είχε ήδη αρχίσει να κατευθύνεται προς την κουζίνα. Είναι το αγαπημένο μου, θα σας βάλω λίγο... περιμένετε, έρχομαι αμέσως, μη φύγετε.

Ο επισκέπτης βούλιαξε στον καναπέ... κυριολεκτικά βούλιαξε, ο καναπές έπνεε τα λοίσθια και επέλεξε εκείνη την ώρα να παραδώσω το πνεύμα του στον δημιουργό των σαραβαλιασμένων επίπλων. Χωρίς να το καταλάβει, ο μαυροντυμένος άντρας βρέθηκε στο πάτωμα.

Δεν ήταν πλέον ο νέος άντρας που είχε μπει στο σπίτι του Ανέστη με αυτοπεποίθηση, ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με έντονα τα σημάδια της κούρασης στο πρόσωπό του. Ανασηκώθηκε και κοίταξε προς τον καθρέφτη που βρισκόταν ξεχασμένος στο σαλόνι: τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα, εφιαλτικά, όπως μόνο του Θανάτου θα μπορούσαν να είναι...

Άκουσε το θόρυβο που έκανε ο Ανέστης καθώς έσερνε τα βήματά του... μόλις που πρόλαβε να επανέλθει στην μορφή που είχε όταν μπήκε στο σπίτι!

- Αν είναι δυνατόν! Δε θα το πιστέψετε αυτό που έπαθα: το έφαγα όλο το βύσσινο εγώ, δεν έμεινε καθόλου για εσάς! Να, κοιτάξτε, το βάζο είναι άδειο! Τί θα σκεφτείτε τώρα για εμένα, δεν ξέρω...

- Δεν πειράζει -ο νέος άντρας μάζεψε τη λίγη υπομονή που του είχε μείνει- ούτως ή άλλως δεν μου αρέσουν τα γλυκά. Καθίστε παρακαλώ να σας κάνω μερικές ερωτήσεις, έχω δεκάδες άλλες συνεντεύξεις μετά από εσάς και δε θέλω να περνάω σε οριστικές και μη αντιστρέψιμες κινήσεις προτού σχηματίσω ο ίδιος άποψη για το υποκείμενο της συνέντευξης.

Τα μάτια του Ανέστη έλαμψαν από εκνευρισμό:

- Ακούτε να σας πω, κύριε! Αν νομίζετε ότι θα ανεχτώ να έρχεται ένα παλικαράκι αμούστακο στο σπίτι μου και να μη βρίζει, είστε πολύ γελασμένος! Περάστε έξω!

Ο Θάνατος (μα ναι, γι αυτόν επρόκειτο!) έμεινε σαστισμένος στη θέση του. Ο Ανέστης συνέχισε την επίθεση. Αυτήν την ώρα θα τιμωρούσε στο πρόσωπου αυτού του αγενούς νέου όλους αυτούς που είχαν προσβάλλει στη ζωή του.

- Ώστε λοιπόν «υποκείμενο», ε; Επειδή έφαγα ένα βαζάκι βύσσινο, γι αυτό με λες «υποκείμενο»;

Τα αδύνατα χέρια του Ανέστη είχαν βρει μια δύναμη απίστευτη: για πότε γράπωσε το νεαρό, τον έσυρε μέχρι την πόρτα, την άνοιξε με το ένα χέρι ενώ συγχρόνως με το άλλο τον κρατούσε να για μη του φύγει και τελικά τον έσπρωξε βίαια έξω από το διαμέρισμά του, κανείς ποτέ δεν θα μπορούσε να καταλάβει.

Ο Θάνατος βρέθηκε κουλουριασμένος στην πόρτα του διαμερίσματος του κυρίου Ανέστη, διπλωμένος από τον πόνο της πτώσης, ταπεινωμένος, ηττημένος και, κυρίως, χωρίς διάθεση να επανέλθει και να πάρει αυτό για το οποίο είχε έρθει: τη ζωή του Ανέστη!

Απλώς για να μην αγριεύει τους πελάτες του, χρησιμοποιούσε τον όρο συνέντευξη: ακούγεται καλύτερα, έτσι δεν είναι; «Λέγομαι Θάνος και θα έρθω να σας πάρω μια συνέντευξη» αντί για «Λέγομαι Θάνατος και θα έρθω να πάρω την ζωή σας».........................

Ο κύριος Ανέστης προσπαθούσε να φτιάξει τον σπασμένο καναπέ: δεν ήταν η πρώτη φορά που έσπαγε. Είχε ένα μυστικό που αν δεν το ήξερες όταν καθόσουν -όπως καλή ώρα το παιδαρέλι- γινόταν κομμάτια, δίνοντας την εντύπωση της οριστικής καταστροφής ενώ στη πραγματικότητα μπορούσε εύκολα να επανέλθει στην προηγούμενη κατάστασή του.

- Σκατόπαιδο, μονολόγησε. Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Θα πεθάνουμε δηλαδή για μια παλιοδουλειά; Άντε χάσου!

--------------------------------------------------------------------------------

Ίσως είναι ο ήλιος του καλοκαιριού.. ίσως πάλι μια διάθεση να αποφορτίσω τα κείμενά μου και, μαζί τους, να αποφορτιστώ κι εγώ. Κι έτσι, όσο εξυφαινόταν η πλοκή του μυθιστορήματος, τόσο άρχισε να σχηματοποιείται στα μάτια μου ένας Θάνατος γουρσούζης, κακότυχος που εισβάλλει στο σπίτι μας με ένα αίσθημα ανωτερότητας και σιγουριάς ότι θα επικρατήσει και, τελικά φεύγει κλοτσηδόν, σα βρεμένος γάτος...

Δεν υπάρχουν σχόλια: