Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Δύσμοιρε βουρβούλακα (*), τί σούμελε να πάθεις!

Δύσκολοι καιροί για βρυκόλακες



Ένας θλιμμένος βρυκόλακας σε αποστρατεία κάθεται μόνος του σε ένα  bar και αναλογίζεται άλλες, όμορφες εποχές (γι αυτόν!) πίνοντας το blood-free ποτό του.

Αχ, τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Οι αξίες των ανθρώπων έχουν αλλάξει... η αξία τους, καταρχήν, στο χρηματιστήριο της ζωής, έχει πιάσει πάτο. Ζει ο δυστυχής σε έναν κόσμο όπου, ανάμεσα σε έξαλλους πολίτες που τρέχουν αλλόφρονες πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον, μάταια προσπαθεί να σταματήσει κάποιον και να του ρίξει ένα βλέμμα που θα του κόψει το αίμα από τον τρόμο, ιδιαίτερα δε αν του δείξει και την οδοντοστοιχία του, όπως έκανε εκείνα τα αξέχαστα χρόνια: χαμένος κόπος, κανένας δε σταματά, κανένας δε δείχνει να τον φοβάται.

Τελικά, η παρουσία του δε δημιουργεί τρόμο και αυτό τον κάνει να αισθάνεται ζωντανός... μπλιάχ, φρικτό συναίσθημα!

Το έχει αντιληφθεί ότι, τον τελευταίο καιρό, η όψη του δεν προκαλεί τρόμο στους περαστικούς. Μάλλον βαριεστημάρα τους προκαλεί κι αυτό τον γεμίζει με μελαγχολία. Δε θάναι πάνω από μια βδομάδα που κατάφερε τελικά να εγκλωβίσει κάποιον περαστικό σε μια γωνία του δρόμου. Φόρεσε το πιο τρομακτικό του ύφος και ενώ περίμενε να δει  τον άτυχο (;) διαβάτη να λιποθυμά, άκουσε απ’ αυτόν σκληρά λόγια που θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στην τερατώδη μνήμη του:
Mας τρόμαξαν άλλοι, φύγε από τη μέση!!!”... ώστε έτσι λοιπόν αισθάνονται τα σημερινά παιδιά όταν προσπαθούν να πουν τα κάλαντα και πέφτουν πάνω στο ύφος: «Άστο, μας τάπαν άλλοι»!

Αδικία, κανείς δεν αντιλαμβάνεται τον κοινωνικό ρόλο του σύγχρονου βρυκόλακα... τί θα ήταν οι αιμοδότες στη σύγχρονοι εποχή αν δεν υπήρχαν και οι βρυκόλακες να κάνουν την ξόδεψη του αίματος;

(*)  βουρβούλακας (από το http://www.slang.gr)
Παραφθορά του βρυκόλακας + δράκουλας. Αναφέρεται σε πανάσχημο πρωταγωνιστή ταινιών τρόμου, αλλά και κατ΄επέκταση στον επαγγελματικό χώρο σε κάτι καρα-άσχετους και ψιλοάσχημους τύπους που θέλοντας να επιβληθούν έχουν δεσποτική συμπεριφορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: