Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

(Μπα)ρόκ συναντήσεις μέσα στον καπνό



Κύκλος ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ: επιμύθιο


Ο πρώτος «Διάλογος» ήταν ο Διάλογος με τη Σκιά από το βιβλίο 8 ΣΗΜΑΔΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ του 1998. Από τότε ακολούθησαν κι άλλοι που δημοσιεύτηκαν στο site, στο blog (The Νέα Φιλαδέλφεια Experiment) ή τους έφαγε το μαύρο σκοτάδι. Σήμερα, χωρίς συγκεκριμένη στόχευση, βγάζω στο φως του blog μου τις Μπα-ρόκ συναντήσεις μέσα στον καπνό από το 2004. Θυμάμαι οτι ολόκληρος ο κύκλος των Διαλόγων μέσα στο Χρόνο, ήταν διαποτισμένος από ένα κοινό παράπονο ανθρώπων που οι ζωές διασκορπίστηκαν ανά τους αιώνες:
Τί κοινό μπορεί να είχαν ο ναύτης του USS Eldridge όπου στις 28 Οκτωβρίου του 1943 έλαβε χώρα το «πείραμα της Φιλαδέλφειας» με έναν πονεμένο οπαδό της ΑΕΚ έξω από το γήπεδο  της Φιλαδέλφειας; Ή ο αρχιτέκτων της Ακρόπολης Ικτίνος με ένα σύγχρονο συνάδελφό του που είναι έτοιμος να πηδήξει από τον Ιερό Βράχο για να λυτρωθεί;
Ίσως ό,τι είχε ο Tomaso Albinoni, ο συνθέτης του εμφαντικού Adagio με έναν ροκά που, για βιοποριστικούς λόγους, καταθέτει στο μουσικό στερέωμα «σκουπίδια ελευθέρας βοσκής», όπως αποκαλούσε τα κομμάτια που συνέθετε για ευρεία κατανάλωση.
 
Albinoni, Tomaso (1671 - 1750) 
Mεγάλος αδικημένος στην ιστορία της μουσικής... ή μήπως τυχερός;

Γεννήθηκε και έζησε τη Βενετία και ήταν σύγχρονος του Vivaldi. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν 53 όπερες που τυχαίνουν στη σημερινή εποχή της καθολικής απαξίωσης και μια ποικιλία έργων οργανικής μουσικής, αρκετά από τα οποία παραμένουν στα ρεπερτόρια συναυλιών με έργα μουσικής δωματίου.

Το έργο του που τον άφησε στην αιωνιότητα… δεν ήταν δικό του! Για την ακρίβεια, το υπέροχο Adagio του στην πραγματικότητα απλά βασίστηκε σε ένα δικό του απόσπασμα που είχε αφήσει ημιτελές.

Ο Tomaso Albinoni ήταν ο μεγαλύτερος γιος μιας πλούσιας οικογένειας εμπόρων χάρτου. Γεννήθηκε στη Βενετία το 1671 και από νεαρή ηλικία έγινε ένας καταρτισμένος τραγουδιστής όπερας και διακεκριμένος βιολονίστας, πριν τελικά στρέψει την προσοχή του στη σύνθεση. Μέχρι το θάνατο του πατέρα του το 1709, μπορούσε να ασχολείται με τη μουσική περισσότερο για το κέφι του παρά για το κέρδος, αναφερόμενος στον εαυτό του σαν ερασιτέχνη «ντιλετάντη» ("dilettante" – ένας όρος που στην Ιταλία του 18ου αιώνα ήταν εντελώς απαλλαγμένος από δυσμενή υπονοούμενα). Κατά ένα περίεργο τρόπο, ο Albinoni δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει μέλος του σιναφιού των μουσικών, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα του επέτρεπε να έχει απολαβές σαν μουσικός και συνθέτης και ίσως τον βοηθούσε να αναγνωριστεί περισσότερο.
Σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης του πατέρα του απαλλάχθηκε από την ευθύνη της διαχείρισης της οικογενειακής περιουσίας (κάτι που, σαν πρωτότοκος υιός θα έπρεπε να αναλάβει υπό κανονικές συνθήκες και με βάση τα ήθη της εποχής) και αυτό το καθήκον πέρασε στα νεαρότερα αδέλφια του. Από εκείνο το σημείο και μετά  έγινε μουσικός πλήρους απασχόλησης και μάλιστα, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες κάποια στιγμή της ζωής του διηύθυνε με επιτυχία μια ακαδημία τραγουδιού. Έμεινε στη Βενετία για όλη του τη ζωή, αν και οι πηγές αναφέρουν ένα ταξίδι του στη Φλωρεντία (1703) και το Μόναχο (1722). Μετά από μια μακριά περίοδο απραξίας, πέθανε τελικά το 1751.
Στα νεανικά του χρόνια προσπάθησε να ασχοληθεί με την εκκλησιαστική μουσική, χωρίς όμως επιτυχία. Τράβηξε για πρώτη φορά την προσοχή του κοινού σαν συνθέτης το 1694 με την πρώτη του όπερα "Zenobia, regina de Palmireni" και την πρώτη του συλλογή με οργανική μουσική ("Sonata a tre, op.1"). Στη συνέχεια, αφιέρωσε το χρόνο του μεταξύ συνθέσεων για τραγούδι (όπερες, σερενάτες και καντάτες)  και ορχηστρικής μουσικής (σονάτες και κονσέρτα). Τα τραγούδια του κυκλοφορούσαν μόνο σε χειρόγραφα και, ακόμα και σήμερα ορχηστρικά του έργα παραμένουν στα αζήτητα (χειρόγραφα).

Το “Adagio” του Albinoni βασίζεται σε ένα απόσπασμα ενός χειρογράφου που ανακαλύφθηκε στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Δρέσδης μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο από τον Remo Giazotto, έναν μουσικολόγο από το Μιλάνο που εκείνη την εποχή προσπαθούσε να ολοκληρώσει την βιογραφία του Albinoni και τον κατάλογο των έργων του.
Μόνο το τμήμα του μπάσου  και έξι μέτρα της μελωδίας είχαν διασωθεί, πιθανότατα από το αργό μέρος μιας σονάτας για τρίο. Ο Giazotto «επανα-συνέθεσε» ουσιαστικά αυτό το Adagio το1945 που έχει μείνει στην ιστορία, βασισμένος στο απόσπασμα που είχε διασωθεί.
Επειδή ο Giazotto είχε την αίσθηση ότι αυτό το θέμα αποτελούσε μέρος έργου εκκλησιαστικής μουσικής, πρόσθεσε όργανο. Είναι ίσως ειρωνικό το γεγονός ότι, η επαναφορά του Albinoni στο μουσικό στερέωμα δύο αιώνες αργότερα, οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό σε ένα μουσικό θέμα που ο ίδιος ο Albinoni δύσκολα θα αναγνώριζε.

Στις 17 Μαρτίου του 1705 ο Tomaso παντρεύτηκε (για την ακρίβεια «έκλεψε») την Margherita Raimondi, μια σταρ της όπερας της εποχής. Έκαναν επτά παιδιά αλλά η Margherita κατέφερε να διατηρήσει ζωντανή την καριέρα της μέχρι τις 22 Αυγούστου του 1721, οπότε πέθανε στη Βενετία από «πυρετό και εντερική φλεγμονή».

Από εκείνο το σημείο και μετά ο Albinoni έμεινε στο σκοτάδι. Μετακόμισε σε μια γειτονιά καταρρακωμένων -οικονομικά- ευγενών (San Barnaba) και έζησε εκεί σαν ερημίτης με τρία από τα παιδιά του, μέχρι το τέλος του στις 17 Ιανουαρίου του 1751.  


 

ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ


Συζητήσεις που δεν έγιναν ποτέ, ανάμεσα σε ανθρώπους που ο άνεμος του χρόνου φύσηξε σε διαφορετικές κατευθύνσεις γι αυτούς.



(Μπα)ρόκ συναντήσεις μέσα στον καπνό

Βενετία, χίλια επτακόσια και κάτι... Αθήνα, δύο χιλιάδες και κάτι. Δύο στάσεις στον χωρόχρονο, τόσο μακρινές... που όμως η πέννα τις φέρνει δίπλα-δίπλα πάνω σε μια λευκή κόλλα χαρτί.

Ένας μεγάλος (;) μπαρόκ συνθέτης, από την μια πλευρά, σύγχρονος του Vivaldi, που έχει μείνει στην ιστορία της μουσικής για λάθος λόγο. Ένας σύγχρονος ροκ μουσικός, από την άλλη, που καλπάζει με σιγουριά προς τη λήθη στο μουσικό στερέωμα.

Δύο μουσικοί, που αισθάνονται αδικημένοι από τον τρόπο που τους αντιθμετωπίζει το κοινό, για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Ο ένας, ο μπαρόκ,  γιατί το έργο του που τον άφησε στην αιωνιότητα… δεν ήταν δικό του! Για την ακρίβεια, το υπέροχο Adagio του στην πραγματικότητα απλά βασίστηκε σε ένα δικό του απόσπασμα που είχε αφήσει ημιτελές. Ο άλλος, ο ροκ, νοιώθει αδικημένος γιατί είναι αναγκασμένος να συνθέτει «σκουπίδια ελευθέρας βοσκής» όπως αποκαλεί τα ρυθμικά τουρκοτσιφτετέλια του που ανυψώνουν την αθάνατη Ελληνική ψυχή στον ουρανό και τα καλλίγραμμα νεανικά σώματα στα τραπέζια.



Δεν ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε αυτό: ζαλισμένος από το ποτό και τις «επιταχυντικές» ουσίες που κάνουν όλες τις κινήσεις τόσο αργές, μέσα στο σκοτάδι του νυχτερινού κέντρου και τη θολούρα του καπνού, μιλούσε τακτικά με άγνωστους και τους άνοιγε την καρδιά του. Δεν χρειαζόταν συστάσεις, ένα μουγκρητό σε τακτά διαστήματα που επιβεβαίωνε ότι ο «συνομιλητής» του ήταν ακόμη εκεί, του έδινε το πράσινο φως να συνεχίσει.

Χαμένες λέξεις που αιωρούνταν στη θολή ατμόσφαιρα… Ακινησία μέσα στον καπνό. Κάπου-κάπου, σα ναρκωμένος κυνηγός πεταλούδων, ξυπνούσε στιγμιαία από τον λήθαργό του και με την απόχη του άρπαζε μια βολική λέξη σα να ήταν πεταλούδα που είχε μείνει ακίνητη.

-               Που λες, φίλε μου, είμαι τριάντα χρονών και αισθάνομαι σα να είμαι τριακοσίων τριάντα….
-               Εγώ πάλι θα ήμουν τριακοσίων τριάντα αλλά αισθάνομαι σα να ήμουν τριάντα! Σε ακούω όμως με ιδιαίτερη προσοχή, αντιλαμβάνομαι ότι στον χώρο που βρισκόμαστε χαίρεις μεγάλης εκτιμήσεως. Βλέπω πώς σου φέρονται οι νεαρές κυρίες που αποθέτουν λουλούδια στο τραπέζι σου... για να σε τιμήσουν, ασφαλώς!
-               Αμφιβάλλω αν τα εννοείς αυτά, μάλλον τα λες από ευγένεια… αλήθεια, πώς μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ευγενής μέσα σε έναν τέτοιο χώρο;
-               Γιατί σου κάνει εντύπωση; Η ευγένεια είναι αποτέλεσμα της καλλιέργειας που παίρνεις από την οικογένεια.
-               Ναι, ναι...  οικογένεια, όλοι μια μεγάλη οικογένεια είμαστε εδώ μέσα! Αλλά είμαι πολύ απογοητευμένος φίλε με αυτά που βλέπω. Πώς είπαμε το όνομά σου;
-               Τομάζο.

Η κορώνα της αοιδού δεν επέτρεψε στον ροκ συνθέτη να ακούσει καθαρά το όνομα του συνομιλητή του. Αλλά οι πρώτες συλλαβές που έφθασαν κακήν-κακώς στα αυτιά του, του αρκούσαν:

-               Πραγματικά, με τις ντομάτες έπρεπε να τους πάρουν όλους αυτούς που παριστάνουν τους επαΐοντες για τη μουσική. Και τελικά, σημασία έχει στη ζωή να κάνεις αυτό που πραγματικά σου αρέσει κι όχι να είσαι υποχρεωμένος να γράφεις «σκουπίδια ελευθέρας βοσκής» (τα μάτια του έλαμψαν, τον εντυπωσίασε η στιγμιαία του διαύγεια που είχε σαν αποτέλεσμα να θυμηθεί την χαρακτηριστική έκφραση που χρησιμοποιούσε για να περιγράψει τα κομμάτια που συνέθετε για ευρεία κατανάλωση!) για να σε αγοράζουν οι κάθε λογής… (η διαύγεια τον εγκατέλειψε, του ήταν πλέον αδύνατον να θυμηθεί τη λέξη που αναζητούσε). Εσύ πώς και βρέθηκες εδώ;
-               Το πώς, δεν το γνωρίζω. Μάλλον η αχαλίνωτη φαντασία κάποιου συγγραφέα με έφερε εδώ! Το «γιατί» όμως, το ξέρω: για τιμωρία!
-               Κι εγώ, φίλε μου με το παράξενο όνομα που θυμίζει λαχανόκηπο, κι εγώ τιμωρούμαι με το να είμαι αναγκασμένος όταν συνθέτω, να βάζω στην άκρη αυτά που μου αρέσουν και να γράφω σκουπίδια που σε λίγα χρόνια… μα τι λέω χρόνια, μήνες, μέρες ίσως, δε θα τα θυμάται κανένας!
-               Ακόμα κι έτσι, αυτά τα έργα είναι δικά σου. Κανείς ποτέ στο μέλλον δε θα μπορεί να ισχυριστεί ότι ο συνθέτης ενός τραγουδιού σου είναι άλλος από εσένα.
-               Μα από τώρα το λένε! Με κατηγορούν (όχι άδικα, για να είμαι ειλικρινής) ότι κλέβω από δεξιά κι αριστερά. Ασφαλώς έχω επιρροές, χωρίς αμφιβολία δανείζομαι ήχους και νότες από άλλους συναδέλφους (συνάδελφοι δεν είμαστε όλοι αυτοί που ασχολούνται με τη μουσική;) αλλά κλέφτης, όχι! Αυτό δεν το δέχομαι! Στο κάτω-κάτω δεν είμαι και ο Βιβάλντι (Antonio Vivaldi, γεννήθηκε στη Βενετία το 1678 – πέθανε στην Βιέννη το 1741)!
-               Όχι, κανείς δεν είναι σαν τον Αντόνιο, κανείς!


-               Έλα, Τομάζο, πάμε. Πρέπει να φύγουμε, δεν έχουν κανένα νόημα αυτές σου οι συζητήσεις.
-               Μαργκερίτα, εσύ; Πώς με βρήκες, αφού εγώ ο ίδιος γνωρίζω καλά-καλά που βρίσκομαι;
-               Πρώτη φορά είναι που συμβαίνει αυτό, Τομάζο; Πόσες φορές δεν έχω έρθει να σε πάρω από τα πιο παράξενα μέρη στην ιστορία του κόσμου, ενώ συζητάς με κάθε λογής άτομα που ισχυρίζονται ότι είναι συνάδελφοί σου; Πρέπει να δεχτείς αυτό που συνέβη, αγαπημένε μου σύζυγε, δεν είναι δυνατόν να συνεχίσεις να περιφέρεσαι μέσα στην ιστορία και να παραπονιέσαι για τη «μεγάλη αδικία»...
-               Εσύ πώς θα αισθανόσουν αν κάποιος άλλος είχε κλέψει την πνευματική σου εργασία και μένει μέσα στο πέρασμα των χρόνων το δικό του όνομα σαν του δημιουργού;
-               Μα δεν σου έκλεψε τη δουλειά σου! Απλά πήρε ένα ημιτελές τμήμα της (κι αυτό όχι από πονηριά, τόσο βρήκε μόνο) και, με απόλυτο σεβασμό, το ανάπτυξε λαμβάνοντας υπόψιν του τον δικό σου τρόπο δημιουργίας.
-               Σεβασμό; Ε όχι και σεβασμό! Κι άσε και το άλλο… πώς ήξερε τον δικό μου τρόπο δημιουργίας;
-                       Μα, αφιέρωσε το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής του μελετώντας τη μουσική σου. Και μάλιστα, το τμήμα που βρήκε, το βρήκε κατά την διάρκεια των ερευνών του με αντικείμενο… τι άλλο; εσένα και το έργο σου, αγαπημένε μου!
-                       Προσπαθείς να με καλοπιάσεις! Κανείς δεν ασχολήθηκε με την ουσία του έργου μου, ποτέ, κανείς, πουθενά!
-                       Δεν έχεις δίκιο….κι εξάλλου το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι ποτέ δεν παρουσίασε το έργο σαν δικό του -αν και μπορούσε, αφού εξάλλου η περισσότερη δουλειά ήταν δική του- αλλά άφησε το δικό σου όνομα σαν συνθέτη και σου επέτρεψε να μείνεις στην ιστορία!

Ο ροκ συνθέτης καθόταν στο τραπέζι του σιωπηλός και άκουγε έναν διάλογο που -προφανώς- αποτελούσε αποκύημα της φαντασίας του (μήπως, άραγε, ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό;). Δε μπορούσε να καταλάβει τί ακριβώς συνέβαινε... απ’ ότι είχε μπορέσει ν’ ακούσει, μια γυναίκα προσπαθούσε να παρηγορήσει τον άντρα της (που πρέπει να ήταν μουσικός) γιατί κάποιος του είχε κλέψει ένα τραγούδι του... κάτι τέτοιο.

Ο μετρ του νυχτερινού κέντρου τον πλησίασε με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του και δείχνοντάς του την εντυπωσιακή γυναίκα στην πίστα που η φιγούρα της υποδήλωνε ότι ασφαλώς είχε υπέροχη φωνή, του είπε με νόημα:

-                       Αυτό το τελευταίο σου τραγούδι, γίγαντα, θα μείνει στην ιστορία!




Δεν υπάρχουν σχόλια: